καθώς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καθώς < αρχαία ελληνική καθώς

Επίρρημα[επεξεργασία]

καθώς

  1. (αναφορικό τροπικό) όπως

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

καθώς

  1. (εισάγει χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το ταυτόχρονο) κατά τη διάρκεια, ενώ, όταν
    καθώς ερχόμουν εδώ, συνέβη κάτι αναπάντεχο
  2. (εισάγει αιτιολογικές προτάσεις) επειδή
    Έβαλε πάλι πλάτη ο Καραγκούνης καθώς συμφώνησε με τον Παναθηναϊκό (από το sport24.gr)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]