ὡς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ως

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ὡς < στην επιρρηματική χρήση από την αρχαιότερη αιτιατική της αναφορικής αντωνυμίας ὅς, χωρίς να αποκλείονται και άλλες ρίζες

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ὡς

  1. πως, ότι (ειδικός σύνδεσμος που φανερώνει υποκειμενική γνώμη)
    μὴ φοβοῦ ὡς ἀπορήσεις (μη φοβάσαι ότι θα ..)
  2. για να (τελικός, αποτελεσματικός, συμπερασματικός και μετά από σύγκριση ή εννοούμενη σύγκριση)
    βουλὴν ὑποθησόμεθ᾽..., ὡς μὴ πάντες ὄλωνται (:...για να μη χαθούν όλοι)
    γραῦς εἶ, ὦ Ἐλπινίκη, ὡς τηλικαῦτα διαπράττεσθαι πράγματα (: πολύ γριά για να..)
    παρεσκευάζοντο ὡς πολεμήσοντες (: ετοιμάζονταν <για> να πολεμήσουν)
    ἔδει τὰ ἐνέχυρα λαβεῖν, ὡς μηδ᾽ εἰ ἐβούλετο ἐδύνατο ἐξαπατᾶν (: έπρεπε να...ώστε ακόμα κι αν ήθελε, να μη μπορούσε να εξαπατήσει)
  3. ώστε (συμπερασματικός)
  4. επειδή, επειδή τάχα (αιτιολογικός που δηλώνει υποκειμενική ή ψευδή αιτιολογία)
  5. μόλις, όταν (χρονικός)
    ὡς εἶδον ως ἐμάνην ή άλλο ρήμα (: μόλις το είδα μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, με το που το είδα)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

ὡς

  1. αναφορικό παραβολικό και δεικτικό όπως, έτσι, κατ' αυτό τον τρόπο, καθώς
    ὡς ἔπος εἰπεῖν (: που λέει ο λόγος, όπως λέγεται)
    ὡς ἐμοὶ δοκεῖ (όπως μου φαίνεται, εγώ νομίζω) ὡς ἔοικε (όπως φαίνεται)
  2. (ποσοστικό) περίπου, πάνω-κάτω τόσο
    εὖρος ὡς δύο τριήρεας πλέειν ὁμοῦ (:με πλάτος περίπου δύο τριήρων πλάι-πλάι)


Open book 01.svg Πρόθεση[επεξεργασία]

ὡς

  1. πρός
    ὡς τον Φίλιππον (προς τον Φ.)
    ὡς τον ὅμοιον (προς όμοιο, ίσο)
  2. έως, μέχρι
    ὡς εἴκοσι (μέχρι είκοσι)


Open book 01.svg Μόριο[επεξεργασία]

ὡς

  1. ως εάν, σαν
    λέγουσιν ἡμᾶς ὡς ὀλωλότας (: μιλούν για μας λες κι έχουμε πεθάνει, σαν να είμαστε νεκροί)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ὡς συνελόντι εἰπεῖν και ὡς ἔπος εἰπεῖν(:με δυο λόγια)
  • ὡς εἰπεῖν (: ούτως ειπείν, με άλλα λόγια)
  • ὡς εἰκάσαι (:για να υποθέσουμε, να κάνουμε μια υπόθεση, υποθέτοντας, πιθανόν)
  • ὡς ἕκαστος-ἕκαστοι (: ένας-ένας)
  • ὡς τάχος: ολοταχώς

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Το ως είχε και διάφορες χρήσεις που δεν εμπίπτουν με σαφήνεια σε κάποια κατηγορία μέρους του λόγου