ώστε

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ώστε < αρχαία ελληνική ὥστε < ὥς + τε

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɔ.stɛ/

Open book 01.svg Σύνδεσμος[επεξεργασία]

ώστε : συμπερασματικός και αποτελεσματικός σύνδεσμος που εισάγει συνήθως δευτερεύουσες προτάσεις και μερικές φορές, όταν προτάσσεται στην αρχή περιόδου ή πρότασης, μπορεί να εισάγει και κύριες.

  1. με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα)
    διαβάζει πολύ ώστε να γράψει καλά στις εξετάσεις
  2. με αποτέλεσμα να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το πραγματικό αποτέλεσμα)
    έχει τόση αυστηρότητα, ώστε καταντά αντιπαθητικός
  3. κύρια πρόταση
    'Ωστε ήρθες επιτέλους!
    Ώστε δεν πεινάς, αφού έφαγες έξω!

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]