έτσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἔτσι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

έτσι < μεσαιωνική ελληνική ἔτσι < ἔτις με τσιτακισμό < αρχαία ελληνική οὕτως / οὑτωσί
άλλη, λιγότερο πιθανή εκδοχή < λατινική etsi (αν και)[1]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɛ.τσi/
συλλαβισμός: έ‐τσι

Επίρρημα[επεξεργασία]

έτσι

  1. (τροπικό) με αυτόν τον τρόπο
    έτσι θέλω να ανακτατεύεις τη μαγιονέζα: απαλά απαλά
    ※  Έσβησεν έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε
    Μανόλης Αναγνωστάκης, ποίημα «Απροσδιόριστη χρονολογία», στίχος 4, συλλογή Εποχές
     συνώνυμα: ετσιδά, ετσαδά (ιδιωματικά, λαϊκότροπα)
  2. (οικείο) τζάμπα, χάρισμα
    δεν τ' αγόρασα! έτσι μου το' δωσαν, για διαφήμιση
  3. χωρίς αιτία
    —Γιατί παιδί μου κλαις; —Γιατί έτσι.
  4. (ποσοτικό) τόσο
  5. κάπως, ως έκφραση δισταγμού του ομιλητή στο να χαρακτηρίσει κάποιον ή κάτι
    σε βλέπω έτσι στεναχωρεμένη· συμβαίνει τίποτα;

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

έτσι

  1. (παρατακτικός, σε αφηγήσεις) ανακεφαλαιώνει τα προηγούμενα
    έτσι, παντρεύτηκαν, κι έζησαν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα
  2. (υποτακτικό) εισάγει υποθετικές προτάσεις: αν
    θα σε απολύσει έτσι και μάθει ότι θα συμμετέχεις στην απεργία
  3. (συμπερασματικός) → δείτε τη λέξη έτσι ώστε

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Ουσιαστικό[επεξεργασία]

έτσι άκλιτο, ίδιο σε όλα τα γένη

Αναφορές[επεξεργασία]