έτσι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

έτσι < μεσαιωνική ελληνική έτσι < έτις < αρχαία ελληνική οὕτως / οὑτωσί (ή < λατινικά etsi (=αν και))

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɛ.ʦi/

Open book 01.svg Επίρρημα[]

έτσι

  1. (τροπικό) με αυτόν τον τρόπο
  2. (οικείο) τζάμπα, χάρισμα
  3. (ποσοτικό) τόσο

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

έτσι άκλιτο, ίδιο σε όλα τα γένη

  1. (αργκό) (έναρθρο) πρόσωπο που υπονοείται
    ήρθε η έτσι και πήρε αυτά που του άφησες