τζάμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζάμπα < τουρκική caba < αραβική (διάλεκτος) جبا jabāˀ (δωρεάν), (επίσης, είδος φόρου)

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

τζάμπα και τσάμπα

  1. δωρεάν
    μοιράζουν τζάμπα πασατέμπο
  2. άδικα, μάταια, χωρίς αποτέλεσμα
    τζάμπα το κάνεις, ούτε καν θα το κοιτάξει!
    τζάμπα και βερεσέ