τζάμπα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζάμπα < (άμεσο δάνειο) τουρκική çaba < αραβική (διάλεκτος) جبا (jabāˀ, δωρεάν) (επίσης, είδος φόρου)

Επίρρημα[επεξεργασία]

τζάμπα και τσάμπα

  1. δωρεάν
    μοιράζουν τζάμπα πασατέμπο
  2. άδικα, μάταια, χωρίς αποτέλεσμα
    τζάμπα το κάνεις, ούτε καν θα το κοιτάξει!
    τζάμπα και βερεσέ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]