τζαμπατζής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τζαμπατζής τζαμπατζήδες
γενική τζαμπατζή τζαμπατζήδων
αιτιατική τζαμπατζή τζαμπατζήδες
κλητική τζαμπατζή τζαμπατζήδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τζαμπατζής < τουρκική çabacı < çaba

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τζαμπατζής αρσενικό (θηλυκό: τζαμπατζού)

  1. που συστηματικά προσπαθεί να αποκτήσει ή να απολαύσει κάτι τζάμπα, δηλαδή χωρίς να πληρώσει, π.χ. λαθρεπιβάτης, λαθραναγνώστης, κ.λ.π.
  2. (μειωτικά) που προτιμάει φτηνιάρικα πράγματα
  3. (ειδικότερα) (μειωτικά) που παρακολουθεί μια παράσταση, συναυλία κλπ., έχοντας μπει χωρίς να πληρώσει, με πρόσκληση ή συνοδεύοντας κάποιον

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]