περίπου

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

περίπου < → λείπει η ετυμολογία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /peˈɾi.pu/

Επίρρημα[επεξεργασία]

περίπου

  1. κατά προσέγγιση· συνοδεύει συνήθως αριθμητικές εκφράσεις που αποδίδουν την εκτίμηση μιας ποσότητας ή τον προσδιορισμό χρόνου
    ζυγίζει περίπου 70 κιλά
    θα συναντηθούμε σε περίπου 10 λεπτά
  2. (φιλοσοφία) ο μόνος εφικτός στόχος του ακριβώς για κάποιους φιλόσοφους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]