circa

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

circa < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kwel<circum

Πρόθεση[επεξεργασία]

circa και c.

  1. περίπου
  2. (στις χρονολογίες) «περί το...», «γύρω στο...»
    • χρονολογιακά περίπου

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Συντάσσεται με αιτιατική.
Συχνά αναγράφεται - ειδικά σε άλλες γλώσσες - c. ή ca. και ca

Σημειώσεις[επεξεργασία]

χρησιμοποιείται σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες σε σχέση με μια ημερομηνία, στη γενεαλογία και ιστορική γραφή, όταν δεν είναι γνωστές με ακρίβεια οι ημερομηνές των γεγονότων.


Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Επίρρημα[επεξεργασία]

circa (ro)

  1. περίπου, σχεδόν