για να
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- για να < (κληρονομημένο) καθαρεύουσα διὰ νά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διὰ νά[1] → δείτε για και να
Προφορά
[επεξεργασία]
Σύνδεσμος
[επεξεργασία]για να
- σύνδεσμος που δηλώνει
- σκοπό
Ήρθα, για να μιλήσουμε.
Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, για να ερχόμουν.[1]
- αποτέλεσμα
- αιτία
- χρόνο
Ήθελε πολλή ώρα, για να ετοιμαστεί.- ≈ συνώνυμα: έως ότου να, μέχρι να
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Σημειώσεις
[επεξεργασία]- Προηγείται από κόμμα στη μέση μιας πρότασης.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- 1 2 για να - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Σύνδεσμοι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)