Μετάβαση στο περιεχόμενο

για να

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
για να < (κληρονομημένο) καθαρεύουσα διὰ νά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική διὰ νά[1]  δείτε για και να

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʝa‿na/ (τονίζεται με το ρήμα που ακολουθεί π.χ. «για να μιλήσουμε» /ʝa‿na‿miˈli.su.me/)

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

για να

  1. σκοπό
    παράδειγμα  Ήρθα, για να μιλήσουμε.
    παράδειγμα  Δεν ήξερα ότι θα ήσουν κι εσύ, για να ερχόμουν.[1]
  2. αποτέλεσμα
    παράδειγμα  Κάτι ήξερε, για να μη μας πει τίποτε.
     συνώνυμα: ώστε να
  3. αιτία
    παράδειγμα  Για να μην ήρθε, κάτι είχε πάθει.
     συνώνυμα: επειδή
  4. χρόνο
    παράδειγμα  Ήθελε πολλή ώρα, για να ετοιμαστεί.
     συνώνυμα: έως ότου να, μέχρι να

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
  • Προηγείται από κόμμα στη μέση μιας πρότασης.

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 για να - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)