όπως

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

όπως < αρχαία ελληνική ὅπως

Επίρρημα[επεξεργασία]

όπως (αναφορικό)

  1. εισάγει αναφορικές προτάσεις που δείχνουν τον τρόπο
    Θα φάω όπως θέλω
    κάν' το όπως ο Μπέκαμ

Σύνδεσμος[επεξεργασία]

όπως

  1. ενώ
    όπως γύριζα από τη δουλειά, συνάντησα έναν γνωστό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]