pas

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βοσνιακά (bs) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pas (bs)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

pas 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
pas pas

pas (fr) αρσενικό

  1. το βήμα
  2. (μεταφορικά) το βήμα, το στάδιο
  3. το χνάρι
  4. το βάδισμα
  5. το πέρασμα

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

pas (fr)

  1. αρνητικό επίρρημα, χρησιμοποιείται σαν δεύτερο μέρος μιας άρνησης



Κροατικά (hr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pas (hr) αρσενικό



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pas/
pas 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pas (pl) αρσενικό

  1. η ζώνη
  2. (μεταφορικά) η περιοχή του σώματος γύρω από την οποία μπαίνει η ζώνη, η μέση
    • woda sięga nam po pas - το νερό φτάνει μέχρι τη μέση μας
  3. η λωρίδα
    • σε οδόστρωμα
      nie należy często zmieniać pasów podczas jazdy - δεν πρέπει να αλλάζουμε συχνά λωρίδες στη διάρκεια της οδήγησης
    • σε μηχανή, ο ιμάντας
    • γενικά μία μακρόστενη περιοχή
  4. η διαγραμμισμένη περιοχή για το πέρασμα των πεζών, η διάβαση
  5. (χαρτοπαίγνια) το πάσο

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • brać nogi za pas - βάζω τα πόδια στον ώμο (κατά λέξη: παίρνω τα πόδια στη ζώνη-μέση)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pas (ro) αρσενικό

  1. το βήμα



Σερβικά (sr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pas (sr)

  • λατινική γραφή του пас