Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζώνη

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζώνη οι ζώνες
      γενική της ζώνης των ζωνών
    αιτιατική τη ζώνη τις ζώνες
     κλητική ζώνη ζώνες
Κατηγορία όπως «νίκη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
μια μαύρη ζώνη

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζώνη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζώνη [1] < ζώννυμι

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈzo.ni/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ζώ‐νη

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζώνη θηλυκό

  1. (ενδυμασία, και σε άλλες χρήσεις) δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς
    ≈ συνώνυμα: ζωνάρι, ζωστήρας
  2. οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη ρούχου
  3. έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών
    παράδειγμα  μαύρη ζώνη στο καράτε
  4. (μεταφορικά, με επιθετικό προσδιορισμό)
    1. περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός
      παράδειγμα  εμπόλεμη ζώνη
    2. χρονική περίοδος
      παράδειγμα  διαφημιστική ζώνη
  5. (αστρονομία) → ζητούμενο λήμμα

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἡ ζώνη αἱ ζῶναι
      γενική τῆς ζώνης τῶν ζωνῶν
      δοτική τῇ ζώνῃ ταῖς ζώναις
    αιτιατική τὴν ζώνην τὰς ζώνᾱς
     κλητική ὦ! ζώνη ζῶναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ζώνᾱ
γεν-δοτ τοῖν  ζώναιν
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'γνώμη' όπως «γνώμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζώνη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yeh₃s-neh₂. Συγγενής του ζώννυμι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζώνη

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]