ζώνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζώνη οι ζώνες
      γενική της ζώνης των ζωνών
    αιτιατική τη ζώνη τις ζώνες
     κλητική ζώνη ζώνες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζώνη < αρχαία ελληνική ζώνη < ζώννυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζώνη θηλυκό

  1. δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους: διακοσμητικούς, θεραπευτικούς κ.ά.
     συνώνυμα: ζωνάρι, ζωστήρας
  2. οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη (1)
  3. έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών
    μαύρη ζώνη στο καράτε
  4. (μεταφορικά) (με επιθετικό προσδιορισμό) περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός
    εμπόλεμη ζώνη
  5. (μεταφορικά) χρονική περίοδος
    διαφημιστική ζώνη

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

  • ζώνη ασφαλείας: ζώνη με την οποία συγκρατούμαστε στο κάθισμα του αυτοκινήτου σε περίπτωση αυτχήματος
  • ἡ ἐν οὐρανῷ ζώνη : το ουράνιο τόξο
  • (δίκτυο υπολογιστών) εύρος ζώνης, ζωνικό εύρος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζώνη < ζώννυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ζώνη

  1. η ζώνη