εύζωνος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εύζωνος εύζωνοι
γενική ευζώνου ευζώνων
αιτιατική εύζωνο ευζώνους
κλητική εύζωνε εύζωνοι
οι Εύζωνοι μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύζωνος < αρχαία ελληνική εὔζωνος < εὖ + ζώννυμι / ζωννύω (ο καλώς ζωσμένος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εύζωνος αρσενικό

  1. (στρατιωτικός όρος) (ιστορία) στρατιώτης του ελληνικού πεζικού, με παραδοσιακή στολή
  2. μέλος της ελληνικής προεδρικής φρουράς

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]