φρουρά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φρουρά οι φρουρές
      γενική της φρουράς των φρουρών
    αιτιατική τη φρουρά τις φρουρές
     κλητική φρουρά φρουρές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φρουρά < αρχαία ελληνική φρουρά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φρουρά θηλυκό

  1. στρατιωτική μονάδα ή απόσπασμα στρατιωτών ή αστυνομικών που φρουρεί ένα κτήριο ή μια τοποθεσία ή ένα δημόσιο πρόσωπο
  2. γενιά
    αποσύρεται σιγα σιγά η παλιά φρουρά των πολιτικών

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]