τσαρούχι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαρούχι τσαρούχια
γενική τσαρουχιού τσαρουχιών
αιτιατική τσαρούχι τσαρούχια
κλητική τσαρούχι τσαρούχια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαρούχι < τουρκική çarık

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαρούχι ουδέτερο

  1. υπόδημα, συνήθως με φούντα, που φορούσαν οι Έλληνες χωρικοί και οι τσολιάδες
  2. υπόδημα σύμβολο των ευζώνων της προεδρικής φρουράς

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • έχω ένα στόμα σαν τσαρούχι / το στόμα μου είναι σαν τσαρούχι / το στόμα μου έγινε τσαρούχι
  • με τα τσαρούχια

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]