τσαρουχάδικο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσαρουχάδικο τσαρουχάδικα
γενική τσαρουχάδικου τσαρουχάδικων
αιτιατική τσαρουχάδικο τσαρουχάδικα
κλητική τσαρουχάδικο τσαρουχάδικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσαρουχάδικο < τσαρουχάδικο < τσαρουχάς < τσαρούχι + -άδικο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσαρουχάδικο ουδέτερο

Τότε αναγκάστηκε να κλείσει το τσαρουχάδικο του.


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]