κοπρόσκυλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοπρόσκυλο τα κοπρόσκυλα
      γενική του κοπρόσκυλου των κοπρόσκυλων
    αιτιατική το κοπρόσκυλο τα κοπρόσκυλα
     κλητική κοπρόσκυλο κοπρόσκυλα
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοπρόσκυλο < κόπρος + σκύλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοπρόσκυλο ουδέτερο

  1. σκύλος αδέσποτος και χωρίς συγκεκριμένη ράτσα
  2. (μεταφορικά) (κακόσημο) άνθρωπος τεμπέλης, αργόσχολος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]