canine

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

canine (en)

  1. που αναφέρεται σε ένα σκύλο
  2. σκυλίσιος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

canine (en)

  1. ο σκύλος ή ο λύκος (σε αντίθεση με την αλεπού)
  2. ο κυνόδοντας



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.nin/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

canine (fr)

  1. (ανατομία) ο κυνόδοντας

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

canine (fr)

  1. θηλυκό του canin