λύκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λύκος λύκοι
γενική λύκου λύκων
αιτιατική λύκο λύκους
κλητική λύκε λύκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

λύκος < αρχαία ελληνική λύκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *wĺ̥kʷos (“λύκος”). Συγγενές με τα (σανσκριτικά) वृक (vṛ́ka), (λατινικά) lupus, (αγγλοσαξονικά) wulf (αγγλικά wolf), (ρωσικά) волк

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈli.kɔs/
ένας λύκος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

λύκος αρσενικό

  1. (ζωολογία) άγριο θηλαστικό, συγγενές με το σκύλο
  2. ο επικρουστήρας ενός όπλου
  3. (ιατρική) μορφή αυτοάνοσης δερματοπάθειας
  4. (μεταφορικά) που τρώει πάρα πολύ, ο φαγάς

Εκφράσεις[]

  • πεινάω σα λύκος: πεινάω πολύ
  • τρώει σα λύκος: τρώει πάρα πολύ

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]