blaidd

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ουαλικά (cy)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /blai̯ð/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

blaidd (cy) αρσενικό (πληθυντικός bleiddiaid ή bleiddau)