λυκοφωλιά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λυκοφωλιά | οι | λυκοφωλιές |
| γενική | της | λυκοφωλιάς | των | λυκοφωλιών |
| αιτιατική | τη | λυκοφωλιά | τις | λυκοφωλιές |
| κλητική | λυκοφωλιά | λυκοφωλιές | ||
| Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λυκοφωλιά θηλυκό
- φωλιά λύκων
- (μεταφορικά) μέρος στο οποίο συχνάζουν επικίνδυνα άτομα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λυκοφωλιά
|
|