lupus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- lupus < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *lukʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *wĺ̥kʷos (λύκος) Συγγενή: αρχαία ελληνική λύκος, πρωτοσλαβική *vьlkъ.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]lupus (la) αρσενικό (θηλυκό lupa)
- (θηλαστικό ζώο) ο λύκος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- agnum lupo eripere velle
- homo homini lupus
- frena lapata σιδηρά αρπάγη
- lupum auribus teneo λύκον στα αφτιά έχω
- committo ovem lupo επιτρέπω το πρόβατο στον λύκο, για τους έχθιστους
- lupus in fabula
- lupus in sermone
Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]| αριθμός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | lupus | lupī |
| γενική | lupī | lupōrum |
| δοτική | lupō | lupīs |
| αιτιατική | lupum | lupōs |
| κλητική | lupe | lupī |
| αφαιρετική | lupō | lupīs |
Πηγές
[επεξεργασία]- lupus - Gaffiot, Félix (1934) Dictionnaire illustré latin-français, Hachette [Γκαφιό, Φελίξ (1934) Εικονογραφημένο λατινογαλλικό λεξικό, Ασέτ] (στα γαλλικά)
- lupus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.