lop

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Lop

Οξιτανικά (oc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

lop (oc) αρσενικό

  1. (ζωολογία) ο λύκος