επιθετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική επιθετικός επιθετική επιθετικό
γενική επιθετικού επιθετικής επιθετικού
αιτιατική επιθετικό επιθετική επιθετικό
κλητική επιθετικέ επιθετική επιθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιθετικοί επιθετικές επιθετικά
γενική επιθετικών επιθετικών επιθετικών
αιτιατική επιθετικούς επιθετικές επιθετικά
κλητική επιθετικοί επιθετικές επιθετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

επιθετικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

επιθετικός -ή -ό

  1. (γραμματική) που συσχετίζεται με το επίθετο
    επιθετικός προσδιορισμός, επιθετική μετοχή
  2. που έχει σχέση με την επίθεση
    Πώς μπορεί ο δάσκαλος να αντιμετωπίζει την επιθετική συμπεριφορά ενός μαθητή;
    επιθετική διαφήμιση του προϊόντος στην αγορά
    ο προπονητής της ομάδας είπε ότι οι παίκτες θα πρέπει να γίνουν πιο επιθετικοί

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

επιθετικός αρσενικό

  1. (αθλητισμός) ο παίκτης μιας ομάδας (ποδοσφαίρου, μπάσκετ κλπ) που παίζει κυρίως στην επίθεση, προσπαθώντας να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα και να βάλει πόντο (γκολ, καλάθι κλπ)