επιθετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επιθετικός επιθετική επιθετικό
γενική επιθετικού επιθετικής επιθετικού
αιτιατική επιθετικό επιθετική επιθετικό
κλητική επιθετικέ επιθετική επιθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επιθετικοί επιθετικές επιθετικά
γενική επιθετικών επιθετικών επιθετικών
αιτιατική επιθετικούς επιθετικές επιθετικά
κλητική επιθετικοί επιθετικές επιθετικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιθετικός
γενική έννοια < αρχαία ελληνική ἐπιθετικός
για τη γραμματική < ελληνιστική κοινή ἐπιθετικός

Επίθετο[επεξεργασία]

επιθετικός -ή -ό

  1. που έχει σχέση με την επίθεση
    Πώς μπορεί ο δάσκαλος να αντιμετωπίζει την επιθετική συμπεριφορά ενός μαθητή;
    επιθετική διαφήμιση του προϊόντος στην αγορά
    ο προπονητής της ομάδας είπε ότι οι παίκτες θα πρέπει να γίνουν πιο επιθετικοί
  2. (γραμματική) που συσχετίζεται με το επίθετο
    επιθετικός προσδιορισμός, επιθετική μετοχή
  3. (ουσιαστικοποιημένο) (αθλητισμός) ο παίκτης μιας ομάδας (ποδοσφαίρου, μπάσκετ κλπ) που παίζει κυρίως στην επίθεση, προσπαθώντας να διασπάσει την αντίπαλη άμυνα και να βάλει πόντο (γκολ, καλάθι κλπ)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]