οἰκέω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οἰκέω < οἶκος

Ρήμα[επεξεργασία]

οἰκέω - οἰκῶ και επικό οἰκείω

  1. κατοικώ
  2. αποικίζω
  3. διευθύνω τα του οίκου


Άλλες μορφές[επεξεργασία]