Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἶκος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οίκος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική οἶκος οἱ οἶκοι
      γενική τοῦ οἴκου τῶν οἴκων
      δοτική τῷ οἴκ τοῖς οἴκοις
    αιτιατική τὸν οἶκον τοὺς οἴκους
     κλητική ! οἶκε οἶκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οἴκω
γεν-δοτ τοῖν  οἴκοιν
Σώζεται και η τοπική ενικού οἴκοῑ σε επιρρηματική χρήση.
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἶκος < ϝοῖκος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *woyḱos / *wéyḱs. Συγγενή: λατινική vicus (συγκρότημα κατοικιών), विश् (viś), वेश (veśa, οικία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οἶκος αρσενικό

  1. σπίτι, κατοικία, τόπος διαμονής
      Λουκιανός, Περὶ τοῦ οἴκου
      ...καὶ καταθάψομεν, οὐχ ὑπὸ κλαυθμῶν τῶν ἐξ οἴκων, ἀλλ᾽ Ἰφιγένειά νιν ἀσπασίως θυγάτηρ, ὡς χρή, πατέρ᾽ ἀντιάσασα πρὸς ὠκύπορον πόρθμευμ᾽ ἀχέων περὶ χεῖρε βαλοῦσα φιλήσει.
    ... θα τον θάψουμε χωρίς μοιρολόγια απ' το σπίτι. Η Ιφιγένεια, όμως, με πόση χαρά, σαν καλή θυγατέρα, τον πατέρα της όταν δεχτή στο γοργό ποταμό των καϋμών, αγκαλιάζοντας θέλει φιλήση (Αισχ. Αγαμέμνων, 1557, απόδοση Γ. Γρυπάρη, 1911)
  2. μέρος ενός σπιτιού, δωμάτιο
  3. για τους θεούς ο ναός
  4. για ζώα η φωλιά, ο στάβλος κλπ
  5. το νοικοκυριό, η περιουσία μιας οικογένειας
  6. η οικογένεια

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
οἰκο- 

Σύνθετα

[επεξεργασία]