Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἰκία

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: οικία

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική οἰκί αἱ οἰκίαι
      γενική τῆς οἰκίᾱς τῶν οἰκιῶν
      δοτική τῇ οἰκί ταῖς οἰκίαις
    αιτιατική τὴν οἰκίᾱν τὰς οἰκίᾱς
     κλητική ! οἰκί οἰκίαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  οἰκί
γεν-δοτ τοῖν  οἰκίαιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'σοφία' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἰκία < οἰκέω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

οἰκία θηλυκό

  1. διαμέρισμα, τμήμα σπιτιού, δωμάτιο
  2. (νομικός όρος) το κτήριο της διαμονής, σε αντιδιαστολή με τον οίκο, που δήλωνε όλη την περιουσία, κινητή και ακίνητη, του ιδιοκτήτη
  3. οικιακός εξοπλισμός, οικοσκευή
  4. όσοι ζουν μέσα στο σπίτι, οικογένεια

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]