Μετάβαση στο περιεχόμενο

οἴκοθεν

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
οἴκοθεν < οἶκος + -θεν.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ǒi̯.ko.tʰen/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: οἴκοθεν

Επίρρημα

[επεξεργασία]

οἴκοθεν (τοπικό επίρρημα)

  1. από το σπίτι, από τον οίκο, από την πατρίδα
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 11 (Λ. Ἀγαμέμνονος ἀριστεία.), στίχ. 632
    πὰρ δὲ δέπας περικαλλές, ὃ οἴκοθεν ἦγ᾽ ὁ γεραιός
    κι έστησε χρυσοκούμπωτο ποτήρι που είχε φέρει ο γέρος απ᾽ το σπίτι του
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
  2. από τα αποθέματα του σπιτιού κάποιου, από τα δικά του
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 7 (Η. Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις.), στίχ. 364
    κτήματα δ᾽ ὅσσ᾽ ἀγόμην ἐξ Ἄργεος ἡμέτερον δῶ | πάντ᾽ ἐθέλω δόμεναι καὶ οἴκοθεν ἄλλ᾽ ἐπιθεῖναι.
    όμως να δώσω είμ᾽ έτοιμος τους θησαυρούς που επήρα | από το Άργος και πολλά δικά μου να προσθέσω
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr [μεταγραφή σε μονοτονικό]
  3. από τις ιδιαίτερες αρετές κάποιου, από την φύση του
      6ος/5ος πκε αιώνας Πίνδαροςw, Νεμεονίκαις, 7.51
    φαενναῖς ἀρεταῖς ὁδὸν κυρίαν λόγων οἴκοθεν
    είν᾽ ο διάπλατος δρόμος της φήμης για τις λαμπρές αρετές των παιδιώ σου
    Μετάφραση (1936, 1η δημοσίευση): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2015 @greeklanguage.gr
  4. (μεταφορικά) εξαρχής, ήδη
      4ος πκε αιώνας Αἰσχίνης, Κατὰ Κτησιφῶντος, 59
    ἐρχόμεθα δή που ψευδεῖς οἴκοθεν ἐνίοτε δόξας ἔχοντες
    Σε αυτές τις περιπτώσεις ερχόμαστε εδώ προκατειλημμένοι μερικές φορές από εσφαλμένες εντυπώσεις.
    Μετάφραση (2012): Αθανάσιος Ι. Γιαγκόπουλος, Θεσσαλονίκη:Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας @greeklanguage.gr
     συνώνυμα: ἀρχῆθεν, ἐξαρχῆς

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]