οἰκεῖος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: οικείος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική οἰκεῖος οἰκεία οἰκεῖον οἰκεῖοι οἰκεῖαι οἰκεῖα
Γενική οἰκείου οἰκείας οἰκείου οἰκείων οἰκείων οἰκείων
Δοτική οἰκείῳ οἰκείᾳ οἰκείῳ οἰκείοις οἰκείαις οἰκείοις
Αιτιατική οἰκεῖον οἰκείαν οἰκεῖον οἰκείους οἰκείας οἰκεῖα
Κλητική οἰκεῖε οἰκεία οἰκεῖον οἰκεῖοι οἰκεῖαι οἰκεῖα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική οἰκείω οἰκεία
Γενική-Δοτική οἰκείοιν οἰκείαιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οἰκεῖος < οἶκος + -εῖος

Επίθετο[επεξεργασία]

οἰκεῖος, -α, -ον και -ος, -ον

  1. οικιακός
    τὰ οἰκεῖα: ιδιωτικές υποθέσεις του σπιτιού, περιουσία (όπως το λατινικό res familiaris)
     αντώνυμα: τὰ τῆς πόλεως
  2. (για πρόσωπα)
    1. συγγενής
    2. φιλικός
  3. (για πράγματα)
    1. που μου ανήκει
      ἡ οἰκεία (γῆ), ιωνική διάλεκτος: ἡ οἰκηΐη γῆ
      οἰκήϊα κακά
    2. δικός μου, προσωπικός, ιδιωτικός
       συνώνυμα: ἴδιος
  4. κατάλληλος, ταιριαστός
  5. (+δοτική) συμβατό με τη φύση κάποιου πράγματος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ οἰκεῖος τὸ οἰκεῖον οἱ, αἱ οἰκεῖοι τὰ οἰκεῖα
Γενική τοῦ, τῆς οἰκείου τοῦ οἰκείου τῶν οἰκείων τῶν οἰκείων
Δοτική τῷ, τῇ οἰκείῳ τῷ οἰκείῳ τοῖς, ταῖς οἰκείοις τοῖς οἰκείοις
Αιτιατική τὸν, τὴν οἰκεῖον τὸ οἰκεῖον τοὺς, τὰς οἰκείους τὰ οἰκεῖα
Κλητική οἰκεῖε οἰκεῖον οἰκεῖοι οἰκεῖα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική οἰκείω
Γενική-Δοτική οἰκείοιν

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]