συμβατός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμβατός συμβατή συμβατό
γενική συμβατού συμβατής συμβατού
αιτιατική συμβατό συμβατή συμβατό
κλητική συμβατέ συμβατή συμβατό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβατοί συμβατές συμβατά
γενική συμβατών συμβατών συμβατών
αιτιατική συμβατούς συμβατές συμβατά
κλητική συμβατοί συμβατές συμβατά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβατός < ελληνιστική συμβατός < συμβαίνω

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.va.ˈtɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /siɱ.va.ˈti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /siɱ.va.ˈtɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

συμβατός, -ή, -ό

  1. που καθορίζεται από σύμβαση
  2. που μπορεί να υπάρξει με κάτι άλλο
  3. που ταιριάζει και χρησιμοποιείται με κάτι άλλο
  4. (πληροφορική) που μπορεί:
    • να εκτελεστεί από συγκεκριμένο υπολογιστή· λέγεται για πρόγραμμα
    • να χρησιμοποιηθεί με συγκεκριμένη συσκευή· λέγεται για εξαρτήματα υπολογιστών
    • να λειτουργήσει ισοδύναμα με κάποιο, ευρύτερα γνωστό και χρησιμοποιούμενο, σύστημα
  5. (βάσεις δεδομένων), (στο σχεσιακό μοντέλο) συμβατές λέγονται δύο σχέσεις και , που έχουν τον ίδιο βαθμό και τα ίδια πεδία ορισμού για τα στοιχεία των πλειάδων τους, δηλαδή για , όπου dom, το αντίστοιχο πεδίο ορισμού[1]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Ευαγγελία Πιτουρά, «Το Σχεσιακό Μοντέλο και η Σχεσιακή Άλγεβρα», σελ. 64, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Προσπέλαση 2020-02-04