συμβατικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμβατικός συμβατική συμβατικό
γενική συμβατικού συμβατικής συμβατικού
αιτιατική συμβατικό συμβατική συμβατικό
κλητική συμβατικέ συμβατική συμβατικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβατικοί συμβατικές συμβατικά
γενική συμβατικών συμβατικών συμβατικών
αιτιατική συμβατικούς συμβατικές συμβατικά
κλητική συμβατικοί συμβατικές συμβατικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβατικός < συμβατός < συν + βαίνω

Επίθετο[επεξεργασία]

συμβατικός, -ή, -ό

  1. συμπεφωνημένος
    είναι απαραίτητη η εκτέλεση των συμβατικών (δηλαδή εκείνων που έχουν συμπεφωνηθεί σε μιά γραπτή σύμβαση) δεσμεύσεων
  2. συνήθης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • συμβατική γεωργία, συμβατική κτηνοτροφία: που γίνονται με χρήση χημικών λιπασμάτων, παρασιτοκτόνων και εντομοκτόνων ή τροφών, ορμονών και αντιβιοτικών φαρμάκων,
εν αντιθέσει προς τις
  • οργανική γεωργία, οργανική κτηνοτροφία: που χρησιμοποιούν αυστηρώς φυσικά λιπάσμστα,τροφές και τεχνικές προστασίας

Μεταφράσεις[επεξεργασία]