compatible

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

compatible (en)

  1. συμβατός
  2. (λογισμικό, υλικό υπολογιστή) το λογισμικό (software), το υλικό (hardware) ή γενικότερα το περιβάλλον (environment), με το οποίο κάποιο κάποιο λογισμικό μπορεί να λειτουργήσει αρμονικά
  3. (βάσεις δεδομένων), (στο σχεσιακό μοντέλο), (στη σχεσιακή άλγεβρα) συμβατές σχέσεις

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • compatible στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

compatible < λατινική compatibilis

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ̃.pa.tibl/

Επίθετο[επεξεργασία]

compatible (fr)

  1. συμβατός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]