Μετάβαση στο περιεχόμενο

αγρόκτημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αγρόκτημα τα αγροκτήματα
      γενική του αγροκτήματος των αγροκτημάτων
    αιτιατική το αγρόκτημα τα αγροκτήματα
     κλητική αγρόκτημα αγροκτήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αγρόκτημα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀγρόκτημα. Συγχρονικά αναλύεται σε αγρ(ός) + -ό- + κτήμα[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈɣɾo.kti.ma/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αγρόκτημα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αγρόκτημα ουδέτερο

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  • αγρόκτημα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)