κτήμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κτῆμα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κτήμα κτήματα
γενική κτήματος κτημάτων
αιτιατική κτήμα κτήματα
κλητική κτήμα κτήματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κτήμα < αρχαία ελληνική κτῆμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κτήμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον
  2. κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
  3. ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]