κτήμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: κτῆμα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κτήμα τα κτήματα
      γενική του κτήματος των κτημάτων
    αιτιατική το κτήμα τα κτήματα
     κλητική κτήμα κτήματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κτήμα < αρχαία ελληνική κτῆμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κτήμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε ανήκει σε κάποιον
  2. κάτι που το έχω μελετήσει και το γνωρίζω (κατέχω) καλά
  3. ιδιόκτητο κομμάτι γης, συνήθως καλλιεργήσιμο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]