ιδιοκτησία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ιδιοκτησία ιδιοκτησίες
γενική ιδιοκτησίας ιδιοκτησιών
αιτιατική ιδιοκτησία ιδιοκτησίες
κλητική ιδιοκτησία ιδιοκτησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιδιοκτησία < λόγιο ιδιοκτησία < αρχαία ελληνική ἰδιόκτητος (μεταφραστικό δάνειο από τη γερμανική Eigenbesitz)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ði.ɔ.kti.ˈsi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ιδιοκτησία θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]