plot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : płot

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

plot (en)

  1. η πλοκή
  2. το οικόπεδο
  3. το σχέδιο ή η συνωμοσία για τη διάπραξη ενός εγκλήματος
  4. γράφημα ή διάγραμμα, φτιαγμένο με το χέρι ή από ηλεκτρονική συσκευή

Open book 01.svg Ρήμα[]

plot (en)

  1. (μεταβατικό) σχεδιάζω ένα έγκλημα
  2. (αμετάβατο) συνωμοτώ
  3. φτιάχνω ένα γράφημα ή διάγραμμα
  4. σημειώνω (πχ μια θέση σε ένα γράφημα ή διάγραμμα)



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
plot plots

plot (fr) αρσενικό

  1. (τεχνολογία) μεταλλικό έλασμα που επιτρέπει μια ηλεκτρική σύνδεση, η επαφή
  2. (τεχνολογία) ψηφιακή πληροφορία στην οθόνη ενός ραντάρ που παριστάνει ένα κινούμενο αντικείμενο
  3. (αθλητισμός) κωνικό αντικείμενο που χρησιμεύει στον καθορισμό ορίων για μια δραστηριότητα



Flag of the Czech Republic.svg Τσεχικά (cs) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

plot (cs) αρσενικό

  1. ο φράχτης