ferme

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : fermé

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɛʁm/
ferme 

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ferme fermes

ferme (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σταθερός, [γερός]]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
ferme fermes

ferme (fr) θηλυκό

  1. η φάρμα