μπάχαλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Το περιεχόμενο αυτής της σελίδας χρειάζεται αναθεώρηση. Μπορείτε να βρείτε ή να αφήσετε σχόλια στη σελίδα συζήτησης «μπάχαλο».
Αναθεώρηση : Υπάρχει πηγή για την ετυμολογία;.

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάχαλο μπάχαλα
γενική μπάχαλου μπάχαλων
αιτιατική μπάχαλο μπάχαλα
κλητική μπάχαλο μπάχαλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάχαλο < ηχομιμητική λέξη ή από την αραβική λέξη بحل (ar) (bihali) που σημαίνει «διάλυση»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάχαλο ουδέτερο

  1. (αργκό) μπέρδεμα, ακαταστασία
    τα έχει κάνει μπάχαλο : τα έχει μπερδέψει, τα έχει κάνει άνω κάτω
  2. (αργκό, στον πληθυντικό) επεισόδια, συγκρούσεις με τα όργανα της τάξης

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]