εὐνή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ευνή

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εὐνή εὐνά εὐναί
Γενική εὐνῆς εὐναῖν εὐνῶν
Δοτική εὐν εὐναῖν εὐναῖς
Αιτιατική εὐνήν εὐνά εὐνάς
Κλητική εὐνή εὐνά εὐναί

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εὐνή θηλυκό

  1. η κλίνη, το κρεβάτι
  2. τα στρωσίδια του κρεβατιού
  3. το συζυγικό κρεβάτι
  4. ο τάφος (ως η τελευταία κλίνη)
  5. (ναυτικός όρος) πέτρα που χρησιμοποιείται ως άγκυρα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883, σελίδα 607