στρωσίδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στρωσίδι στρωσίδια
γενική στρωσιδιού στρωσιδιών
αιτιατική στρωσίδι στρωσίδια
κλητική στρωσίδι στρωσίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

στρωσίδι < μεσαιωνική ελληνική στρωσίδιον < υποκοριστικό του στρῶσις + -ίδιον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /stɾɔ.ˈsi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

στρωσίδι ουδέτερο

  1. κομμάτι από ύφασμα που χρησιμοποιείται για να καλύπτει το δάπεδο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: τάπητας, χαλί
  2. ύφασμα που χρησιμεύει ως κάλυμμα επίπλου
  3. (στον πληθυντικό) κάθε ύφασμα (σεντόνι, κουβέρτα, πάπλωμα κ.λπ.) με το οποίο στρώνεται το κρεβάτι


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]