δάπεδο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δάπεδο δάπεδα
γενική δαπέδου δαπέδων
αιτιατική δάπεδο δάπεδα
κλητική δάπεδο δάπεδα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δάπεδο < αρχαία ελληνική δάπεδον < δᾶ (γῆ) + πέδον, πέδου < πούς, ποδός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δάπεδο ουδέτερο

  1. το έδαφος ενός δωματίου, αυλής, γηπέδου ή άλλου παρόμοιου χώρου που το έχουν ισιώσει και στρώσει με κάποιο υλικό (ξύλο, κονίαμα, πλακάκια, μάρμαρο, ψηφίδες που σχηματίζουν μια παράσταση κλπ)
    ψηφιδωτό δάπεδο
    ακριλικό δάπεδο γηπέδου
    φωτιστικό δαπέδου

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]