Μετάβαση στο περιεχόμενο

δάπεδο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δάπεδο τα δάπεδα
      γενική του δαπέδου
& δάπεδου
των δαπέδων
    αιτιατική το δάπεδο τα δάπεδα
     κλητική δάπεδο δάπεδα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δάπεδο < αρχαία ελληνική δάπεδον < δᾶ (γῆ) + πέδον, πέδου < πούς, ποδός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δάπεδο ουδέτερο

  • το έδαφος ενός δωματίου, αυλής, γηπέδου ή άλλου παρόμοιου χώρου που το έχουν ισιώσει και στρώσει με κάποιο υλικό (ξύλο, κονίαμα, πλακάκια, μάρμαρο, ψηφίδες που σχηματίζουν μια παράσταση κλπ)
    παράδειγμα  ψηφιδωτό δάπεδο
    παράδειγμα  ακριλικό δάπεδο γηπέδου
      Μπαίνοντας τώρα στο χώρο του ο Λευτέρης προχώρησε πιο σίγουρος, άναψε ένα φωτιστικό δαπέδου με φωτισμό διακριτικό κι έκανε νόημα στον ξένο του να προχωρήσει. (Παναγιώτης Μεντής, Το απροστάτευτο αφήγημα, εκδ. Κέδρος, 2007, σελ. 82)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]