πάτωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάτωμα πατώματα
γενική πατώματος πατωμάτων
αιτιατική πάτωμα πατώματα
κλητική πάτωμα πατώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πάτωμα < μεσαιωνική ελληνική πατώνω (βάζω πάτο) ή από το ρήμα της ίδια εποχής πατάω-πατῶ < αρχαία ελληνική πάτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάτωμα

  1. η κάτω οριζόντια εσωτερική επιφάνεια ενός σπιτιού ή διαμερίσματος κ.λπ.· το δάπεδο
    μην κάθεσαι στο πάτωμα, πάρε μια καρέκλα
  2. (ειδικότερα) το ξύλινο δάπεδο ενός δωματίου
    στις κρεβατοκάμαρες βάλαμε πάτωμα αλλά στην κουζίνα πλακάκι
  3. ο όροφος ενός κτηρίου
    πόσα πατώματα θα έχει αυτή η πολυκατοικία όταν τελειώσει;

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]