πάτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάτος πάτοι
γενική πάτου πάτων
αιτιατική πάτο πάτους
κλητική πάτε πάτοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάτος < αρχαία ελληνική πάτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάτος

  1. ο πυθμένας
  2. ο βυθός
  3. (μεταφορικά) η πλήρης αποτυχία
  4. ο πισινός, ο κώλος
  5. ένα πρόσθετο κομμάτι από μαλακό υλικό που προστίθεται ανάμεσα στο πέλμα και το παπούτσι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάτος αρσενικό

  1. ο δρόμος που έχει πατηθεί, η πεπατημένη οδός
  2. αυτό που κάποιος αποπατεί, το αποπάτημα, η κοπριά

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Ησύχιος: πάτος: ἡ πεπατημένη καὶ λεωφόρος ὁδός - καὶ κόπρος
  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883