insert

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

insert < λατινική insertus < insero

Ρήμα[επεξεργασία]

insert (en)

  1. εισάγω, βάζω
  2. παρεμβάλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

insert (en)