semelle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

semelle 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
semelle semelles

semelle (fr) θηλυκό

  1. σόλα
  2. πέλμα θεμελίων