πέλμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέλμα πέλματα
γενική πέλματος πελμάτων
αιτιατική πέλμα πέλματα
κλητική πέλμα πέλματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέλμα < αρχαία ελληνική πέλμα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέλμα ουδέτερο

  1. το κάτω μέρος του ποδιού, η πατούσα
  2. κομμάτι από δέρμα ή άλλο υλικό που έχει το σχήμα του πέλματος και φοριέται μέσα στο παπούτσι ανάμεσα στο πόδι και τη σόλα
  3. η κάτω επιφάνεια αντικειμένου που ακουμπάει στη γη
    • το τμήμα της σόλας που ακουμπά στο έδαφος
    • το τμήμα της επιφάνειας των ελαστικών των οχημάτων που ακουμπάει στο έδαφος όταν κινείται
    • το κάτω μέρος θεμελίου ή άλλου είδους στατικού στηρίγματος με πλατιά βάση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πέλμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πέλμα ουδέτερο

  1. το πέλμα, η πατούσα