πατούσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πατούσα πατούσες
γενική πατούσας πατουσών
αιτιατική πατούσα πατούσες
κλητική πατούσα πατούσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατούσα < θηλυκό της μετοχής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος πατώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πατούσα θηλυκό

  1. το πέλμα, η επιφάνεια του κατώτερου μέρους του ποδιού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

πατούσα

  1. α' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος πατώ