πατώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πατώ < αρχαία ελληνική πατέω - πατῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

πατώ, πρτ.: πατούσα, στ.μέλλ.: θα πατήσω, αόρ.: πάτησα, μτχ.π.π.: πατημένος· παθητική φωνή: πατιέμαι

  1. ακουμπώ το πέλμα του ποδιού μου πάνω σε κάτι όντας ακίνητος ή περπατώντας
  2. πιέζω το πέλμα μου πάνω σε κάτι
    • πατάω γκάζι: εφαρμόζω πίεση με το πόδι μου πάνω στο πεντάλ του γκαζιού και αυξάνω ταχύτητα
  3. καταστρέφω κάτι βαδίζοντας πάνω του ή πιέζοντάς το με το πόδι μου
  4. συνθλίβω με το πέλμα μου
    • συνθλίβω με τα πόδια μου σταφύλια στο πατητήρι για να πάρω το χυμό τους και να φτιάξω κρασί
  5. (με τροχοφόρο όχημα) πέφτω πάνω σε πεζό και του προκαλώ σοβαρή σωματική βλάβη ή και θάνατο
  6. (για πόλη) κυριεύω
  7. (για άνθρωπο) νικώ ολοκληρωτικά, εξουθενώνω υλικά και ηθικά κάποιον
  8. πηγαίνω, έρχομαι, εμφανίζομαι
    Δεν πατάει πελάτης στο μαγαζί.
  9. ακουμπώ τον πυθμένα της θάλασσας
    ρηχά είναι, πατάω!
  10. πιέζω κάτι (συνήθως με το χέρι)
    πάτα το κουμπί στο ασανσέρ
  11. συμπληρώνω κάποια ηλικία
    Πάτησε τα σαράντα
  12. σιδερώνω
    Πάτησέ μου το γιακά

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • την πάτησα: εξαπατήθηκα
    συνώνυμα: την έπαθα
  • πατείς με, πατώ σε
  • θα γίνω χαλί να με πατήσεις


Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]