Ἥρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Ἥρα
Γενική Ἥρας
Δοτική Ἥρᾳ
Αιτιατική Ἥραν
Κλητική Ἥρα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ἥρα < ἐρῶ (= εκχέω, αγαπώ, ποθώ), ή αναγραμματισμός του ἀήρ, ή εκ του ἔρα (= Γη)

Κύριο όνομα[επεξεργασία]

Ἥρα, ή Ἥρη θηλυκό
  1. γυναικείο όνομα
  2. (μυθολογία) η αδελφή και σύζυγος του Διός , ολύμπια αλληγορική θεότητα των ουράνιων γονιμοποιών στοιχείων π.χ. αέρος, ατμόσφαιρας και των εξ αυτών ευμετάβλητων φαινομένων, προστάτιδα του γάμου.

παράγωγα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Ἥρα στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια