Boden

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Boden 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Boden die Böden
γενική des Bodens der Böden
δοτική dem Boden den Böden
αιτιατική den Boden die Böden

Boden (de) αρσενικό

  1. το έδαφος, η γη, το χώμα
  2. το πάτωμα, το δάπεδο
  3. ο πάτος, ο βυθός, ο πυθμένας
  4. η σοφίτα