Boden

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική der Boden die Böden
γενική des Bodens der Böden
δοτική dem Boden den Böden
αιτιατική den Boden die Böden

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Boden < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική bodem, boden < παλαιά άνω γερμανική bodam [1] < πρωτογερμανική *buþma < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰudʰmḗn [2] (βλ. αγγλική bottom, αρχαιοελληνική πυθμήν, λατινική fundus)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈboːdn̩/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

Boden (de) αρσενικό

  1. το έδαφος, η γη, το χώμα
    Der Boden bebt vom Erdbeben.
    Το έδαφος τρέμει από τον σεισμό.
  2. το πάτωμα, το δάπεδο
    Ich muss den Boden wischen.
    Πρέπει να καθαρίσω το πάτωμα.
     συνώνυμα: Fußboden
  3. ο πάτος, ο βυθός, ο πυθμένας
  4. (ιδιωματικό) η σοφίτα
     συνώνυμα: Dachboden

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • Boden στη γερμανική Βικιπαίδεια Λήμμα στη γερμανική Βικιπαίδεια

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «Boden» - Duden online.
  2. «Boden» - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).